Η άλλη θέαση ... το βιβλίο

Η άλλη θέαση ... το βιβλίο
Η θέαση που ήρθε η ώρα να δεις. Στείλτε email στο mariamarnelaki@gmail.com για να παραγγείλετε το βιβλίο

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

Η Κερασιά με τα ψηλά κλαδιά


Μια φορά κι έναν καιρό ένα μικρό κουκούτσι φύτρωσε σε ένα έφορο κτήμα ενός νησιού σε ένα περιβόλι γεμάτο πορτοκαλιές , λεμονιές και μανταρινιές. Κανείς, ούτε και εκείνο , δεν θυμόταν πώς έφτασε εκεί, μα δεν έχει και μεγάλη σημασία για το παραμύθι μας. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι δεν ήταν από τον κόσμο του περιβολιού,  ήταν από άλλο κόσμο, τόσο διαφορετικό σποράκι.  Αυτό όμως διόλου δεν το ένοιαζε γιατί ήταν τόσο χαρούμενο και γεμάτο ζωή όσο φύτρωνε μέσα στη γη και ανυπομονούσε να βγει προς τα πάνω , προς το φως και τον ουρανό που είχε δει στα ονείρά του.
Φύτρωσε αργά και δυνατά προστατευμένο από ένα βράχο που οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν για να ξαποσταίνουν. Αυτός ο καλοσυνάτος γίγαντας ο βράχος , προστάτεψε και ντάντεψε το φυντανάκι. Με το που άνοιξε τα μάτια του , δηλαδή θέλω να πω τα φύλλα του, στον πάνω κόσμο θαύμασε το μεγαλείο του. Μέχρι τότε είχε γνωρίσει τη ζεστή υγρή , τη μαλακή και σκοτεινή αγκαλιά της μάνας γης το μυρωδάτο και αφράτο χώμα. Και τώρα πέταγε κορμάκι απαλό και λυγερό και δυο τρία φυλλαράκια καταπράσινα και απαλά. Ρούφαγε σαν πεινασμένο μωρό τον αέρα, τις διαφορετικές μυρωδιές, τη βροχή και έμενε να κοιτάζει εκστατικό τον ήλιο και το φεγγάρι, τον απέραντο τον ουρανό, τη μέρα και τη νύχτα.
Γύρω του υπήρχαν πάρα πολλά δέντρα , τα ένιωθε ότι όλα έμοιαζαν τόσο πολύ το ένα με το άλλο με κίτρινους καρπούς , μεγάλα , δυνατά και λίγο υπεροπτικά. Όταν μεγάλωσε αρκετά για να μπορεί να επικοινωνεί μαζί τους , χωρίς λόγια και κουβέντες όπως εμείς οι άνθρωποι, άρχισε να νιώθει λίγο περίεργα. Να πώς να σας το εξηγήσω … Ήξερε ότι ήταν  διαφορετικό όμως ένιωθε παρακατιανό και μοναχό. Τα άλλα δέντρα το περιεργαζόταν και το κορόιδευαν που δεν έμοιαζε με εκείνα. Σε λίγο καιρό γνώρισε και τους πρώτους ανθρώπους. Εκείνους τους ένιωθε πάλι αλλιώς. Εκείνοι του προξενούσαν ρίγος στα κλαδιά και στις ρίζες του. Τους αγαπούσε μα και τους φοβόταν . Ήξερε βαθιά μέσα του πως είχε μια ιδιαίτερη σχέση με εκείνους , άλλους τους φοβόταν , αλλά κι άλλους – εκείνοι που είχαν καλοσυνάτα γελαστά μάτια και απαλό άγγιγμα – τους ένιωθε τόσο κοντά του.
Όπως το αγόρι που το ανακάλυψε και το ξεχώρισε για πρώτη φορά .
– «Μπαμπά μπαμπούλη κοίτα ένα διαφορετικό μωρό δεντράκι που φύτρωσε στο περιβόλι μας !! Τι όμορφο!!
– Τι είναι τούτο εδώ ; Δεν έχω ματαξαναδεί κάτι τέτοιο ποτέ! Κάτσε να το ξεριζώσω για να μη μεγαλώσει και πνίξει τις  λεμονιές και τις πορτοκαλιές μας!» Και πήγε να απλώσει το χέρι , το αγοράκι όμως δεν τον άφησε με τα κλάματα και τις φωνές του.
– «Είναι το ΔΙΚΟ ΜΟΥ δεντράκι , εγώ το βρήκα και θέλω να είναι για πάντα δικό μου, θέλω να το προστατεύω και να το αγαπώ…. Σε παρακαλώ τι κι αν είναι διαφορετικό , είναι μικρό ακόμα, δεν ξέρουμε τι θα γίνει! Μπορεί να αξίζει το κόπο να μεγαλώσει , μπορεί να κάνει ωραίους καρπούς ή ακόμα μόνο σκιά. Έχει χώρο και για τις πορτοκαλιές και για τις λεμονιές… Σε παρακαλώ…» Και ο πατέρας το άφησε το δεντράκι, με τα πολλά παρακάλια, ήσυχο. Το παιδί το λάτρεψε και έγιναν οι καλύτεροι φίλοι. Έμαθε το δεντράκι τη γλώσσα των ανθρώπων με τους ήχους και τις λέξεις και το παιδί τη γλώσσα του δέντρου με τα αισθήματα και αγαπούσαν ο ένας τον άλλο ο καθένας με το δικό του μοναδικό τρόπο.
Πέρασαν χειμώνες, άνοιξες καλοκαίρια και φθινόπωρα και το δεντράκι μαζί με το παιδί μεγάλωναν παρέα, ψήλωναν φούντωναν και ομόρφαιναν. Μια μέρα ήρθε στο περιβόλι κάποιος βοσκός από ένα χωριό στο βουνό και είδε το δεντράκι. Είπε πως το δεντράκι είναι «κερασιά», πως οι κερασιές κάνουν νόστιμα κόκκινα φρούτα στο τέλος της άνοιξης που τα λένε κεράσια και πως δεν φυτρώνουν ποτέ μα ποτέ μαζί με πορτοκαλιές και λεμονιές γιατί θέλουν κρύο καιρό και ψηλό βουνό. «Κανονικά», είπε  «όσο ξέρω δεν θα έπρεπε καν να έχει φυτρώσει εδώ και ξέρω δεν θα κάνει ούτε άνθη ούτε καρπούς. Μάλλον θα ξεραθεί κάποια στιγμή…».
Το δεντράκι μας - η κερασιά - το έβαλε πείσμα . Τι θα πει η λέξη «κανονικά» και «ξέρω». Αυτές τις λέξεις δεν τις είχε ακούσει ποτέ από το παιδί και ούτε ήξερε πώς να τις νιώσει. Κατάλαβε ότι ήταν όντως διαφορετικό και τώρα είχε και όνομα ΚΕΡΑΣΙΑ. Δεν ήταν ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ , ούτε ΛΕΜΟΝΙΑ αλλά δεν είχε καμιά σημασία το όνομα που του έδιναν, το ήξερε πάντα άλλωστε ότι ήταν διαφορετικό , όχι καλύτερο , ούτε χειρότερο , απλά διαφορετικό. Και δεν είχε σημασία πώς φύτρωσε σε εκείνο το μέρος (που «κανονικά» δεν φυτρώνουν δέντρα σαν κι αυτό) άλλωστε ούτε και εκείνο θυμόταν πια , αλλά ότι φύτρωσε και τι θα έκανε με τη ζωή του. Αυτό όμως θα το αποφάσιζε εκείνο και όχι ένας ανόητος άνθρωπος που «ήξερε».
Έτσι την επόμενη άνοιξη το δεντράκι έγινε πράγματι αληθινή κερασιά και έκανε τα πρώτα της λευκά λουλούδια και μαζί τα πρώτα κερασάκια. Τα πρόσφερε με απέραντη αγάπη όταν ωρίμασαν στο αγόρι της, που είχε πια γίνει νεαρός κύριος και εκείνος φίλαγε το κορμάκι της ενθουσιασμένος από τη νοστιμάδα τους. Η κερασιά μεγάλωνε συνέχεια και κάθε χρονιά έβαζε τα δυνατά της .
 Ήταν όντως διαφορετική και παράξενη, μοναχική  ανάμεσα σε όλες τις πορτοκαλολεμονιές. Είχε όμως άλλες παρέες, είχε φίλες τις μέλισσες και τις πεταλούδες, και πάντα απολάμβανε μια καλή συζήτηση με τα λουλούδια και τα πουλιά . Λάτρευε τα πιτσιρίκια και τους έφτιαχνε ρόζους και κλαράκια για να πατούν τα ποδαράκια και να κρατούν τα χεράκια τους όταν κρέμονταν στα κλαδιά της και  σκαρφάλωναν για να φτάσουν τα κερασάκια . Μετά εκείνα κοιμόντουσαν στον ίσκιο της με τις κοιλίτσες πρησμένες από τα φρούτα και τα χείλια κατακόκκινα.
Οι ρίζες της έμπαιναν όλο και πιο βαθιά στη γη και ο γερός κορμός έστελνε τα κλαδιά στον ψηλά στον καθαρό ουρανό. Αγαπούσε τη μάνα γη , τα πουλιά και τα παιδιά, αλλά λαχταρούσε να φτάσει τα κλαριά της στα σύννεφα. Όλο και πιο ψηλά , όλο και πιο ψηλά. Όμως ο δυνατός αέρας έσπασε τα κλαριά της , την άλλη χρονιά ο καυτός ήλιος έκαψε τα φύλλα της και το χαλάζι τσάκισε τα άνθη και τους καρπούς της . Εκείνη δεν το έβαζε κάτω με τίποτα
Κάθε φορά απογοητευόταν, έκλαιγε και μάζευε δυνάμεις και κάθε φορά έφτιαχνε πιο  ψηλό κλαδί, πιο πολύ δυνατό, δοκίμαζε τον καιρό, τις δυσκολίες και τις αντοχές της και δοκιμαζόταν και εκείνη. Έμαθε και μπορούσε να αντιμετωπίσει τα πάντα … ώσπου σε μια καλοκαιρινή καταιγίδα , ένας κεραυνός ξεχύθηκε από τα μαύρα σύννεφα για να διαλύσει το κλωνάρι της που είχε υψωθεί πιο ψηλά από όλα τα δέντρα. Την διέλυσε χωρίς κανένα έλεος - ο κεραυνός έκαψε το μεγαλύτερο κλαδί της αλλά δεν τη σκότωσε. Έζησε για να ακούσει τα δέντρα του περιβολιού να την κοροϊδεύουν τραγουδώντας :
«Ήθελες τα ψηλά κλαδιά
έρμη κερασιά
μα να τι έπαθες,
ο κεραυνός σε έκαψε»

Ούτε και τότε τα παράτησε όμως … Χρόνια έκανε να γεμίσει μπουμπούκια το μαυρισμένο ξερό κλαδί και να το κάνει βάση για άλλα πολλά ψηλά κλαδιά . Έφτιαξε πολλά κλαδιά αυτή τη φορά , ώστε αν τη χτυπούσε ξανά ο κεραυνός, να έχανε μόνο ένα κι τα άλλα της κλαδιά να προχωράνε προς τα σύννεφα.
Και τα άγγιξε τελικά τα σύννεφα όπως ήθελε και λαχταρούσε! Μετά από τόσο κόπο , τόσα χρόνια και τόσες δοκιμασίες ! Όλοι στη γη τη θαύμαζαν. Μα εκείνη την ενδιέφεραν μόνο τα σύννεφα. Τους πρόσφερε λουλούδια, φύλλα, τα πιο όμορφα κεράσια της μα εκείνα έμοιαζαν να την περιφρονούν. Ούτε κεράσια δοκίμαζαν ούτε τα φύλλα της, ούτε τα καν τα κατάλευκα λουλούδια της είχαν ανάγκη. Εκείνη έκανε τα ωραιότερά της δημιουργήματα και τίποτα … Χαμένα πήγαιναν όλα αυτά, για χρόνια…
Μαράζωσε από την απογοήτευσή της. Εδώ ψηλά που είμαι κανείς δεν έχει ανάγκη από τίποτα που έχω να του προσφέρω. Τι νόημα έχει τότε. Τόσος κόπος , τόσος μάταιος κόπος και ούτε ένα πλάσμα, ούτε ο ουρανός, ούτε τα σύννεφα, ούτε ο ήλιος θέλουν αυτά που προσφέρω…
Ο ουρανός άκουσε το παράπονο της κερασιάς και ένα πρωινό της είπε με αγάπη :
   «… Αυτά που έχεις και που προσφέρεις όμορφη κερασιά μας,  είναι υπέροχα , αλλά δεν ανήκουν σε μας και στον κόσμο μας. Είναι φτιαγμένα από τη γη για τη γη και τα δικά της πλάσματα, τα ζώα, τα έντομα και τους ανθρώπους.»
  «Εμείς άλλο θέλουμε…» ψιθύρισαν με τη σειρά τους τα σύννεφα
  «Τι ; … πες μου τι θέλετε επιτέλους … γιατί δεν μου το λέτε τόσο καιρό για να σας το φτιάξω;» είπε με παράπονο και κλάμα η κερασιά μας.
– «Θέλουμε τα συναισθήματά σου και το φως που βγάζεις όταν δημιουργείς, θέλουμε τη χαρά και την ικανοποίηση όταν βλέπεις και καμαρώνεις τα φύλλα σου , τα άνθη και τους καρπούς σου. Θέλουμε να νιώθουμε την αγάπη για τον εαυτό σου και τη φροντίδα που δίνεις σε όλα τα δημιουργήματά σου για σένα. Θέλουμε να συνεχίσεις να φτιάχνεις φύλλα, λουλούδια και κεράσια και να τα μοιράζεσαι με όσους τα λαχταρούν στη γη, αλλά να μη το κάνεις  για τους άλλους αλλά μόνο για το δικό σου κέφι και τη δική σου χαρά» είπε το ουράνιο τόξο και η βροχή μαζί.
– «Με αυτά τα αόρατα πράγματα τρέφονται εδώ τα πλάσματα του ουρανού….» τραγούδησε ο άνεμος.
– «Τόσο εύκολο και τόσο απλό , γιατί δεν μου το είχατε πει πιο νωρίς!!!» Είπε ενθουσιασμένη η κερασιά και φούντωσε περισσότερο από ποτέ και συνέχισε να φτιάχνει με μεράκι και κέφι τα δημιουργήματά της και να χαρίζει απλόχερα τη χαρά της στον ουρανό.
Και τότε ήρθαν στα ψηλά κλαριά Άγγελοι λαμπροί και Πλάσματα αιθέρια που όμοιά τους άλλο δέντρο δεν είχε ξαναδεί, γιατί άλλο δέντρο ποτέ πριν δεν είχε θελήσει τόσο πολύ και τόσο δυνατά να φτάσει σ΄αυτά τα ύψη τα κλαδιά του , ποτέ κανένα δέντρο δεν είχε αντέξει όλες τις δοκιμασίες και ποτέ κανένα δέντρο δεν το είχε καταφέρει να καταλάβει τι ήθελε το βασίλειο του ουρανού ….
Και η κερασιά μας είχε τις ρίζες της βαθιά να βυζαίνουν τη γη και τους χυμούς της , τον κορμό της θεόρατο γεμάτο χαρά και ζωή  να φροντίζει πουλιά και σκίουρους , κάμπιες και πεταλούδες , τα κλαριά της απλωμένα γεμάτα με κατακόκκινα γυαλιστερά κεράσια  και πανέμορφα φύλλα , το αγαπημένο της το μικρό εκείνο αγόρι που είχε γίνει πια παππούς θαμμένο πλάι της και τα εγγόνια του - χαρούμενα παιδιά να κρέμονται από τα μπράτσα της.
Και κάπου εκεί στα ψηλότερα κλαδιά της να κάθονται Άγγελοι τραγουδιστοί και να την χαϊδεύουν τα σύννεφα και εκείνη να Ακτινοβολεί από ΑΓΑΠΗ και ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ για τη ζωή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου