Η άλλη θέαση ... το βιβλίο

Η άλλη θέαση ... το βιβλίο
Η θέαση που ήρθε η ώρα να δεις. Στείλτε email στο mariamarnelaki@gmail.com για να παραγγείλετε το βιβλίο

Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

Η Τικαιγιατί και οι ερωτήσεις της

Η Τικαιγιατί και οι ερωτήσεις της


Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στη νεραϊδοχώρα μια χαριτωμένη και περίεργη μικρή νεραϊδούλα που λάτρευε τις ερωτήσεις, όσο τίποτε άλλο στον κόσμο! Από τις πολλές ερωτήσεις που έκανε συνέχεια την ονόμασαν … Τικαιγιατί! Αλλά μη νομίσετε ότι το μόνο που ρώταγε ήταν «Τι» και «γιατί»… Αμφισβητούσε καθετί που όλοι οι άλλοι θεωρούσαν δεδομένο, δεν δίσταζε καθόλου και ρωτούσε συνέχεια : τι , ποιος , που , πότε , γιατί , πώς … και για τα πάντα…
Για ό,τι έβλεπε μπροστά της και ό,τι συνέβαινε κάθε στιγμή στον κόσμο της, αλλά κυριότερα για ό,τι σκεφτόταν και ένιωθε μέσα της.
Η Τικαιγιατί ήταν γεμάτη όρεξη και πάθος για τη ζωή, θέληση για μάθηση και γνήσια περιέργεια, από αυτή τη χρυσή περιέργεια, που οι άνθρωποι συναντούν μόνο στα μικρά παιδιά. Πώς αλλιώς θα μάθαινε αν δεν ρωτούσε; Και πάντα έκανε τις πιο παράξενες ερωτήσεις ακόμα και για τα πιο απλά και αυτονόητα πράγματα…
«Τι θα πει αυτονόητα και γιατί κάποια πράγματα είναι αυτονόητα και άλλα δεν είναι;» συνήθιζε να ρωτάει η Τικαιγιατί με αληθινή απορία, φέρνοντας σε δύσκολη θέση όποια νεράιδα προσπαθούσε να της απαντήσει. Συχνά της έλεγαν ότι δεν ήταν σωστό να κάνει τόσες ερωτήσεις, όμως εκείνη ακόμα και τότε είχε να ξεφουρνίσει μια από τις πιο δύσκολες να απαντηθούν ερωτήσεις: «Τι είναι σωστό και τι λάθος και πώς το ξεχωρίζει κανείς;»
Όμως την Τικαιγιατί δεν την ένοιαζε ούτε αν ήταν σωστό και καθώς πρέπει να ρωτάει ούτε εάν έβρισκε τις «σωστές απαντήσεις». Το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να κάνει ερωτήσεις και να βρίσκει τις δικές της απαντήσεις, εκείνες που ταίριαζαν σε εκείνην περισσότερο. Άκουγε με χαρά κάθε λογής απαντήσεις, χωρίς να κρίνει ποιος είναι αυτός που τις δίνει. Όλες τους ήταν άλλωστε τόσο όμορφες και τόσο διαφορετικές… άλλες απαντήσεις από τα πουλιά, άλλες από τα ζώα, άλλες από τα σύννεφα, άλλες από τα δέντρα, άλλες από τα λουλούδια, διαφορετικές απαντήσεις ακόμα ανάμεσα και στις άλλες νεράιδες. Λάτρευε να κάνει συλλογή απαντήσεων και μάλιστα όσο πιο παράξενες και γεμάτες φαντασία ήταν, τόσο της άρεσαν ακόμα πιο πολύ. Τις έγραφε σε ένα βιβλίο και διασκέδαζε πολύ διαβάζοντάς το κάθε βράδυ πριν την πάρει ο ύπνος.
Λίγες ήταν οι φίλες της στο νεραϊδόκοσμο … πόσο να σε αντέξει κανείς αν ρωτάς συνέχεια τι και γιατί; Το σπάνιο ταλέντο της Τικαιγιατί να κάνει πολλές και παράξενες ερωτήσεις το εκτιμούσε όμως πάρα πολύ η νεραϊδοβασίλισσα (πολύ περιέργως για τις άλλες νεράιδες)! Παρόλο που η Τικαιγιατί την είχε πολλές φορές στριμώξει με τις παράξενες ερωτήσεις της.  Φανταστείτε το θράσος της - αν είναι ποτέ δυνατόν να κάνει κανείς μια τέτοια ερώτηση … κι όμως η Τικαιγιατί την είχε ρωτήσει: «Σας αρέσει που είστε βασίλισσα , είστε ευτυχισμένη; Το μετανιώσατε ποτέ;» Η νεραϊδοβασίλισσα όμως ήταν και σοφή και πονηρή γι΄αυτό και όταν άκουσε την ερώτηση, χαμογέλασε γλυκά και απάντησε με μια άλλη ερώτηση … «Ποιος θέλει να μάθει και γιατί;» Ήταν η μόνη στη νεραϊδοχώρα που μπορούσε να μπερδέψει την Τικαιγιατί, αφού απαντούσε πάλι με ερωτήσεις, τις οποίες η Τικαιγιατί συνήθως δεν ήξερε πώς να απαντήσει!
Η χαρά της Τικαιγιατί ήταν και το σοβαρό καθήκον της μαζί. Μάζευε όλες τις ερωτήσεις που σκαρφιζόταν στο νεραϊδομυαλουδάκι της, τις πασπάλιζε με την κατάλληλη ποσότητα νεραϊδόσκονης, τις έβαζε σε ένα σακουλάκι στην πλάτη της και ταξίδευε συχνά πυκνά με τα διάφανα νεραϊδοφτερά της στη χώρα των ανθρώπων. Η δουλειά που είχε λοιπόν να κάνει ήταν να πασπαλίζει με τις απίστευτες ερωτήσεις της το νου ΟΛΩΝ των ανθρώπων… Όταν ρώτησε (σιγά μη και δε ρωτούσε) γιατί έπρεπε να το κάνει αυτό, της είπαν :
«Είναι εξαιρετικά σημαντικό να μπαίνουν στο νου των ανθρώπων ερωτήσεις, γιατί τότε και μόνο τότε μπορούν να αλλάξουν κάτι στο τρόπο που σκέφτονται και να αρχίζουν να μαθαίνουν και να ανακαλύπτουν τη χαρά της ζωής από εκείνες τις απαντήσεις που θα βρουν μόνοι τους και όχι στις άλλες τις μπαγιάτικες, τις έτοιμες, που τους έχουν βάλει στο μυαλό τους…»
 Η Τικαιγιατί κατάλαβε αμέσως τη σπουδαιότητα του έργου της - δεν είχε καταλάβει όμως και τη φοβερή δυσκολία του…
Ο νους των ανθρώπων, τουλάχιστον αυτών που ήταν μεγάλοι σε μέγεθος, ήταν «αλεξερώτηστος» όπως λέμε αλεξίσφαιρος και αλεξικέραυνος, δηλαδή δεν περνούσε εύκολα καμιά ερώτηση, έστω κι αν ήταν πασπαλισμένη με νεραϊδόσκονη. Η Τικαιγιατί αναρωτιόταν βέβαια και γι΄αυτό : «Πώς είναι δυνατόν κανείς να μην αναρωτιέται ποτέ και για τίποτα; Γιατί δεν περνάνε οι ερωτήσεις μου στο νου τους; Πώς γίνεται να βαρεθεί κανείς να ρωτάει; Πώς έγινε, πώς το επέτρεψαν αυτό;»
Οι μικρού μεγέθους άνθρωποι, αυτά τα θεία πλασματάκια που εκείνοι τα λένε παιδιά, τις λάτρευαν τις ερωτήσεις της Τικαιγιατί! Οι μεγάλοι όμως … Εκείνοι είχαν βάλει κάτι φωτεινές ταμπέλες που εμπόδιζαν την Τικαιγιατί να φυτέψει οποιαδήποτε ερώτηση στο νου τους. Οι ταμπέλες έγραφαν και φώναζαν : «ΕΓΩ ΤΑ ΞΕΡΩ ΟΛΑ», «ΦΟΒΑΜΑΙ ΝΑ ΚΑΝΩ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥ ΦΟΒΑΜΑΙ ΝΑ ΒΡΙΣΚΩ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ» και άλλα τέτοια παρόμοια. Όταν η Τικαιγιατί έβλεπε τέτοιες ταμπέλες δεν έμπαινε καν στον κόπο να πάει εκεί, άλλωστε δεν είχε ερωτήσεις για χάσιμο…
Μόνο όταν αυτοί κοιμόντουσαν, στον ύπνο τους, τολμούσε να πετάξει καμιά δυο ερωτήσεις, αλλά και αυτές τις ξεχνούσαν γρήγορα όταν ξυπνούσαν το πρωί… Έτρεχαν να πάνε βιαστικά σε αυτό που έλεγαν «δουλειά» και κανείς τους ποτέ δεν ήθελε να πάει. «Αφού λένε ότι δεν θέλουν τότε γιατί πηγαίνουν;» ρωτούσε η Τικαιγιατί, εκείνοι όμως δεν ρωτούσαν τον εαυτό τους ποτέ.
Οι μόνες ευκαιρίες της με τους μεγάλους σε μέγεθος ανθρώπους ήταν όταν εκείνοι πονούσαν και έκλαιγαν… Δεν της άρεσε της Τικαιγιατί αυτό, αλλά πραγματικά ήταν οι  μοναδικές στιγμές που έπεφταν εκείνες οι φωτεινές απαγορευτικές ταμπέλες και τότε είχε μία και μοναδική ευκαιρία να περάσει στο νου τους, όσες ερωτήσεις μπορούσε. Και ήξερε τότε ότι είχε μεγάλες πιθανότητες να πιάσουν τόπο οι πολύτιμες ερωτήσεις της. Τα δάκρυα των μεγάλων τις πότιζαν κι αν έβρισκαν και καλό χώμα, νου θέλω να πω, τότε φύτρωναν κι άλλες κι άλλες ερωτήσεις που τους οδηγούσαν σε άλλα μονοπάτια… Λίγες οι περιπτώσεις αυτές,  αλλά πράγματι άξιζε τον κόπο…
Και εκείνα τα μεσαία που δεν μοιάζουν με τα παιδιά, αλλά και δεν είναι και μεγάλοι, αυτά που τα φωνάζουν «έφηβοι» και όλοι οι άλλοι τους τρέμουν και τους φοβούνται - και σε αυτά άρεσαν οι ερωτήσεις της Τικαιγιατί. Η Τικαιγιατί είδε πώς χρησιμοποιούσαν μερικές φορές αυτές τις ερωτήσεις που τους έδινε για να νευριάζουν τους άλλους μεγάλους, από αντίδραση και κόντρα. Τις περισσότερες φορές όμως οι έφηβοι έκαναν τις ερωτήσεις με γνήσια και ειλικρινή πρόθεση να αλλάξουν τις ασχήμιες του κόσμου… «Πώς μεταμορφώνονταν όμως κι εκείνοι και φοβόντουσαν μετά ως ενήλικοι τις ερωτήσεις;» αναρωτιόταν η Τικαιγιατί.
Τα παιδιά ήταν άλλο πράγμα …
Τα παιδιά δεν χρειαζόταν δάκρυα και πόνο για να αρπάξουν ερωτήσεις, ούτε τις χρησιμοποιούσαν για να πονέσουν άλλους και να δείξουν ότι υπάρχουν και εκείνα. Η πρόθεσή τους ήταν αγνή.
Τα παιδιά απλά λάτρευαν τις ερωτήσεις της Τικαιγιατί… «Γιατί άραγε;» Μα ήταν ολοφάνερο: διασκέδαζαν, μάθαιναν, γλεντούσαν, ρουφούσαν τη νεραϊδόσκονη της Τικαιγιατί και ξεστόμιζαν κάτι ερωτήσεις, μα κάτι ερωτήσεις, στους γονείς τους…. ΤΕΛΕΙΕΣ!! Και η Τικαιγιατί τρελαινόταν από τη χαρά της, όταν έβλεπε το μουτράκι ενός παιδιού να ρωτάει : «Μαμά γιατί είναι βράδυ;» Και ακόμη πιο πολύ γελούσε με την αμηχανία της κάθε μαμάς, η οποία θεωρούσε ότι ήξερε γιατί ήταν βράδυ, αλλά πώς να το εξηγήσει τώρα... Διασκέδαζε πολύ να βλέπει τους γονείς να προσπαθούν να απαντήσουν, να ζορίζονται γιατί θεωρούσαν ότι θα έπρεπε να ξέρουν. Τελικά όμως οι περισσότεροι από αυτούς έχαναν την ευκαιρία για παιχνίδι και έδιναν απαντήσεις βαρετές και συνηθισμένες.
Υπήρχαν όμως και λίγοι είναι η αλήθεια γονείς, που λάτρευαν όταν άκουγαν αυτές τις ερωτήσεις γιατί ξαναγίνονταν και οι ίδιοι παιδιά … Αυτοί οι πολύ λίγοι γονείς ήταν εκείνοι οι μεγάλοι που δεν δίσταζαν να απαντήσουν ΔΕΝ ΞΕΡΩ και που δεν δίσταζαν να χρησιμοποιούν την φαντασία τους για να φτιάχνουν περίεργες και πρωτότυπες απαντήσεις. Το δικό τους το μυαλό ήταν ορθάνοιχτο σε κάθε ερώτηση που μπορεί να είχε στο σακουλάκι της η Τικαιγιατί! Ρώταγαν και εκείνοι τα παιδιά τους με τη σειρά τους τις δικές τους ερωτήσεις και ούτε ένα δάκρυ δεν χρειάζονταν να χυθεί γι΄αυτό… Τι παράξενοι που ήταν οι άνθρωποι!!
Σε ένα από τα ταξίδια της στις πόλεις και τα χωριά των ανθρώπων η Τικαιγιατί συνάντησε κάτι πολύ περίεργο, κάτι που ακόμα και εκείνη δεν είχε συναντήσει ποτέ ξανά πριν. Ένα μικρό αγόρι που δεν ήθελε τις ερωτήσεις (ναι, ακούσατε πολύ καλά). Δεν του άρεσαν οι ερωτήσεις, δεν έκανε ποτέ καμία ερώτηση! Και τη μητέρα του που, ενώ δεν είχε απαγορευτική ταμπέλα κατά των ερωτήσεων, δεν είχε ούτε και καμιά ερώτηση στο νου της…
Η Τικαιγιατί έμεινε προσεκτικά στο πλευρό τους και τους παρατηρούσε για μέρες. Κανείς τους δεν ήταν ευτυχισμένος.
Η μητέρα αγκομαχούσε και προσπαθούσε σκληρά να είναι αρκετά καλή σε όλα (όπως οι περισσότερες μαμάδες των ανθρώπων), κι όμως ποτέ δεν ήταν ευτυχισμένη, ποτέ δεν ένιωθε καλά με τον εαυτό της, ποτέ δεν ήταν ήρεμη και γαλήνια.
Το μικρό αγοράκι ένιωθε χαμένο κι αυτό, γιατί πίστευε ότι ποτέ δεν θα ήταν αρκετά καλό ώστε να ικανοποιήσει τις προσδοκίες της μανούλας του. Και δεν ήθελε να ρωτάει, φοβόταν τόσο πολύ ότι αν ρωτήσει οτιδήποτε, αν αμφισβητήσει όσα του έλεγε εκείνη, τότε η μανούλα του δεν θα το αγαπούσε πια… «Μα πώς στο καλό του καρφώθηκε τέτοια τρελή ιδέα;» ρωτούσε τον εαυτό της η μικρή νεράιδα…
Τι ερωτήσεις θα διάλεγε η Τικαιγιατί για το νου της μαμάς και του παιδιού; Πώς θα το έκανε; Αυτό κι αν ήταν πρόκληση ! Ήταν τόσο σημαντικό, να πετύχει να βάλει εκείνες τις ερωτήσεις που θα ξύπναγαν τη χαρά της ζωής και στους δύο… Και τότε της κατέβηκε η ιδέα να ξεκινήσει ανάποδα … από τη μητέρα και όχι από το παιδί. Δεν το είχε ξανακάνει, όμως ήταν σίγουρη ότι θα πετύχαινε. Υπήρχε βέβαια και ο κίνδυνος να μην περάσει η πολύτιμη ερώτηση της στο νου ενός μεγάλου και να χαθεί … (είχε συμβεί πολλές φορές παλιότερα). Η Τικαιγιατί κοντοστάθηκε, είδε το φόβο αυτό να έρχεται από το παρελθόν και γέλασε. «Θα κάνω αυτό που μου λέει η φωνούλα μέσα μου και όχι αυτό που μου φωνάζει ο φόβος», είπε θαρρετά…
Έβγαλε προσεκτικά όλες τις πολύτιμες ερωτήσεις από το σακούλι της, τις άπλωσε ώστε να τις βλέπει όλες μαζί και έμεινε να τις κοιτάζει … Περίμενε υπομονετικά να δει ποια από τις ερωτήσεις θα τη διάλεγε και δεν βιαζόταν να διαλέξει εκείνη καμιά. Και τότε ξαφνικά κάτι έλαμψε μέσα της … ήξερε… Μια πεταλούδα ήρθε από το πουθενά και κάθισε πάνω σε μια μικρή, ταπεινή ερωτησούλα. Και η Τικαιγιατί ήταν σίγουρη, κατάλαβε, το ένιωσε βαθιά μέσα της, πως ήταν η κατάλληλη ερώτηση. Την πήρε στα χέρια της, την αγκάλιασε με τρυφερότητα και αγάπη, τη γυάλισε καλά καλά και την πασπάλισε με όλη τη νεραϊδόσκονη που είχε. Χρειαζόταν άλλωστε όλη τη μαγική της δύναμη για να «πιάσει» στο δύσκολο ενήλικο νου της μητέρας και να γεννήσει κι άλλες ερωτήσεις, που θα οδηγούσαν και εκείνη και το παιδί της πίσω στην χαρά της ζωής…
Και έτσι περίμενε με υπομονή την κατάλληλη στιγμή. Περίμενε και για λίγα δάκρυα και πόνο για να βοηθήσουν την πολύτιμη ερώτησή της. Ένα βράδυ αργά, η μητέρα καθόταν μόνη της κουλουριασμένη στον καναπέ και έκλαιγε. Έκλαιγε για το βάρος που ένιωθε κάθε πρωί όταν ξυπνούσε, για την άδικη και ανούσια ζωή που ζούσε, για την ακατάπαυστη κούραση, για τα αμέτρητα προβλήματα, για τη χαρά που ποτέ δεν έβρισκε… Η Τικαιγιατί πέταξε προσεκτικά πάνω στο σκυφτό κεφάλι και μέσα στα μπερδεμένα μαλλιά της και με πολύ αγάπη άφησε την ερώτηση να πέσει απαλά …
«Γιατί ζω;»
Η κουρασμένη μητέρα διψούσε για ερωτήσεις και για τις δικές της απαντήσεις, μόνο που δεν το είχε καταλάβει μέχρι τότε. Και εκείνη η μία και μοναδική ερώτηση βρήκε εύφορο νου, πολλά φρέσκα δάκρυα και έπιασε αμέσως! Και φύτρωσε και έφτιαξε πολλές ερωτήσεις, νέες φρέσκιες ερωτήσεις! Το πρόσωπό της φωτίστηκε, πήρε ένα παλιό τετράδιο και έγραφε ασταμάτητα: «Γιατί ζω;», «Γιατί ήρθα σ΄αυτόν τον κόσμο;», «Που είναι η ευτυχία;», «Γιατί δεν τη βρίσκω πουθενά;», «Γιατί είμαι δυστυχισμένη;», «Γιατί φοβάμαι τόσο πολύ;», «Γιατί δεν μπορώ να ηρεμήσω;», «Γιατί συμβαίνουν όλα αυτά σε μένα;», «Από πού έρχονται όλες αυτές οι μαύρες σκέψεις στο νου μου;» και άλλες τόσες ερωτήσεις… όσες μπορείτε και εσείς να κάνετε. Η Τικαιγιατί ήξερε ότι είχε πετύχει το έργο της όταν την είδε να γράφει την τελευταία ερώτησή της: «Υπάρχει άραγε άλλος τρόπος για να ζει κανείς;»
Από εκεί και πέρα, όλα ήταν πιο εύκολα για την Τικαιγιατί. Η μητέρα ανέλαβε την ευθύνη της ζωής και των σκέψεών της. Έψαξε τον αληθινό εαυτό της και διεκδίκησε για εκείνην το δικαίωμα να είναι ευτυχισμένη. Αμφισβητούσε πλέον τον τρόπο με τον οποίο είχε μάθει να σκέφτεται και όλες εκείνες τις τρελές ιδέες που είχαν τοποθετηθεί βαθιά μέσα στο μυαλό της και ήταν αυτές που προκαλούσαν τη δυστυχία της.
Τώρα η Τικαιγιατί ήταν αφοσιωμένη στο μικρό αγόρι που δεν έκανε ποτέ ερωτήσεις. Παρατηρούσε τη ζωή του, τα συναισθήματα και τις σκέψεις του και ετοίμαζε τις κατάλληλες ερωτήσεις για να το βοηθήσει να μη φοβάται τη ζωή και την αγάπη. Η καρδιά της μανούλας του είχε πια ανοίξει και ήρθαν ώρες που περνούσαν μαζί διαβάζοντας, γελώντας και παίζοντας, χαρούμενοι και ευτυχισμένοι. Το μικρό όμως αγόρι ερωτήσεις δεν έκανε… ακόμα τις φοβόταν τόσο πολύ!
Η Τικαιγιατί είχε πολλές ερωτήσεις για εκείνον, άλλωστε όλες οι ερωτήσεις γενικά έπιαναν εύκολα στον παιδικό νου. Εδώ όμως τα πράγματα ήταν αλλιώς. Έπρεπε η Τικαιγιατί να είναι σε πλήρη ετοιμότητα να διαλέξει τη κατάλληλη στιγμή και την κατάλληλη ερώτηση μαζί, έτσι ώστε να περάσει το φράγμα των σκέψεων φόβου αυτού του παιδιού. Και η στιγμή ήρθε όταν έπαιζε με τη μητέρα του ένα επιτραπέζιο παιχνίδι. Η μητέρα εξηγούσε στο μικρούλι ποιος ήταν ο σκοπός του παιχνιδιού… και εκείνη τη στιγμή η Τικαιγιατί έκανε τη κίνησή της. Έβγαλε από το σακούλι της την ερώτηση και την πέταξε στο όμορφο κεφαλάκι του … μαζί με μπόλικη νεραϊδόσκονη! Τόση πολύ που άρχισε να φταρνίζεται και η ίδια !
«Μαμά , τι θα πει σκοπός;»
«Γιούπι, γιούπι» χοροπηδοπέταγε η Τικαιγιατί! «Η πρώτη ερώτηση του παιδιού!! Ζήτω οι ερωτήσεις!»
Στη μαμά τώρα … τι θα κάνει άραγε εκείνη;
Η μητέρα έμεινε ακίνητη να κοιτάζει το παιδικό προσωπάκι με θαυμασμό και απορία. Ο χρόνος σταμάτησε για εκείνην να κυλάει. Είδε τη ζωή τους ξανά, όλες τις στιγμές που είχαν περάσει μαζί και ήταν η πρώτη φορά που συνειδητοποίησε ότι το παιδί της δεν είχε κάνει ποτέ καμιά ερώτηση μέχρι τώρα! Και εκείνη ήταν η πρώτη του! Παιδί χωρίς ερωτήσεις γίνεται; Γιατί δεν ρώταγε μέχρι σήμερα τίποτα; Πως δεν το είχε παρατηρήσει πιο πριν; Τι είχε συμβεί και στο δικό του μυαλουδάκι; Πως του ήρθε να ρωτήσει αυτήν ειδικά την ερώτηση τώρα; Τι θα πει σκοπός; Πώς το απαντάει κανείς τώρα αυτό;
Η Τικαιγιατί πέταξε τρισευτυχισμένη και ξαλαφρωμένη πίσω στην νεραϊδοχώρα, αφού πρώτα άδειασε όλο το σακουλάκι με τις νεραϊδοσκονισμένες ερωτήσεις της στο νου της μητέρας και του παιδιού! Ήταν σίγουρη πια πως οι ερωτήσεις της θα ξαναέφερναν την παιδικότητα και τη χαρά στη ζωή και των δυο τους. Άλλωστε σαν νεράιδα που ήταν, είχε άφθονο χρόνο να φτιάξει και άλλες πολλές αγαπημένες ερωτήσεις… Όπως φαίνεται και άλλοι άνθρωποι, έφηβοι και παιδιά, τις χρειάζονται ακόμα τόσο πολύ… ίσως και εσείς - η Τικαιγιατί στις υπηρεσίες σας!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου